ὅσιος

ὅσιος, α, ον святой, праведный (ant. ἀν|όσιος)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὅσιος" в других словарях:

  • ὅσιος — hallowed masc nom sg ὅσιος hallowed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όσιος — ία, ο 1) святой, священный, божий; ΦΡ. δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο не иметь ничего святого; 2) преподобный – святой монах, память которого почитается Церковью …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ὅσιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όσιος — Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Άκμασε την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ως επίσκοπος της Καρδούη ή Κορδούη της Ισπανίας. Πήρε μέρος στην A’ Οικουμενική Σύνοδο η οποία έγινε στη Νίκαια καθώς και στη Σύνοδο της Σαρδικής (347), κατά την… …   Dictionary of Greek

  • όσιος — [осиос] επ. святой, священный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • όσιος — α, ο 1. ο σύμφωνος με το θείο νόμο, ο θείος: Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. 2. ο αφιερωμένος στο θεό, ο ασκητής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κανίδης ο όσιος — (4ος αι. μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας που καταγόταν από την Καππαδοκία. Ασκήτεψε σε μια ορεινή σπηλιά στα χρόνια της βασιλείας του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Ιουνίου …   Dictionary of Greek

  • ὁσιώτερον — ὅσιος hallowed adverbial comp ὅσιος hallowed masc acc comp sg ὅσιος hallowed neut nom/voc/acc comp sg ὅσιος hallowed masc acc comp sg ὅσιος hallowed neut nom/voc/acc comp sg ὅσιος hallowed adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁσιωτάτω — ὅσιος hallowed masc/neut nom/voc/acc superl dual ὅσιος hallowed masc/neut gen superl sg (doric aeolic) ὅσιος hallowed masc/neut nom/voc/acc superl dual ὅσιος hallowed masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁσιωτάτων — ὅσιος hallowed fem gen superl pl ὅσιος hallowed masc/neut gen superl pl ὅσιος hallowed fem gen superl pl ὅσιος hallowed masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁσιωτέρων — ὅσιος hallowed fem gen comp pl ὅσιος hallowed masc/neut gen comp pl ὅσιος hallowed fem gen comp pl ὅσιος hallowed masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.